προαγκτηριάζω


προαγκτηριάζω
Α
δένω από πριν με αγκτήρα, δένω πριν από την εγχείρηση με ένα είδος χειρουργικής λαβίδας με την οποία συγκρατούνται τα χείλη τού τραύματος κατά τη συρραφή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ* + ἀγκτηριάζω «συσφίγγω τα χείλη μιας πληγής με αγκτήρα»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προαγκτηριάσαντα — προαγκτηριάζω tie with a ligature beforehand aor part act neut nom/voc/acc pl προαγκτηριάζω tie with a ligature beforehand aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προαγκτηριάσαντας — προαγκτηριάζω tie with a ligature beforehand aor part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.